Στη ναυτική ορολογία τα μπούνια είναι μικρά ανοίγματα στις πλευρές του πλοίου, για να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα.
Η λέξη, που χρησιμοποιούμε κυρίως στον πληθυντικό, προέρχεται από την ιταλική bugna, που – πάλι στη ναυτική ορολογία – σημαίνει άκρη του καραβίσιου πανιού.
Στα ιταλικά είναι στον ενικό (η μπούνια), αλλά θεωρήθηκε ότι είναι ουδέτερο πληθυντικού κι έτσι μεταφέρθηκε στα ελληνικά.
Εδώ την χρησιμοποιούμε κυρίως μεταφορικά έχοντας την έννοια μέχρι το ανώτατο όριο, σε υπερβολικό βαθμό, πλήρως.
Λέμε, για παράδειγμα:
Είναι ερωτευμένος μέχρι τα μπούνια.


