Το βαυκαλίζομαι είναι παθητική φωνή του ρήματος βαυκαλίζω – από το αρχαίο ρήμα βαυκαλάω που έχει την έννοια κοιμίζω, νανουρίζω.
Επομένως, στην κυριολεξία σημαίνει αποκοιμιέμαι.
Σήμερα όμως το χρησιμοποιούμε με την εξής έννοια: παραμυθιάζομαι, εξαπατώ ή καθησυχάζω τον εαυτό μου με ψεύτικες προσδοκίες.
Από το βαυκαλίζω βγαίνει και το βαυκάλημα, που παλιότερα ήταν το νανούρισμα, ενώ πλέον δηλώνει απατηλή υπόσχεση, αβάσιμη ελπίδα, την ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαυκαλίζω.


