Τι κάνω όταν Βαυκαλίζομαι;

Το βαυκαλίζομαι είναι παθητική φωνή του ρήματος βαυκαλίζω – από το αρχαίο ρήμα βαυκαλάω που έχει την έννοια κοιμίζω, νανουρίζω.

Επομένως, στην κυριολεξία σημαίνει αποκοιμιέμαι.

Σήμερα όμως το χρησιμοποιούμε με την εξής έννοια: παραμυθιάζομαι, εξαπατώ ή καθησυχάζω τον εαυτό μου με ψεύτικες προσδοκίες.

Από το βαυκαλίζω βγαίνει και το βαυκάλημα, που παλιότερα ήταν το νανούρισμα, ενώ πλέον δηλώνει απατηλή υπόσχεση, αβάσιμη ελπίδα, την ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαυκαλίζω.

Δες κι αυτά

Μη μένεις με την απορία...